Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

Η Συννεφιασμένη Κυριακή της… ΑΕΛ


Η ιστορία και ο μύθος ενός τραγουδιού που «μπλέκει» στα μονοπάτια της έμπνευσής του και τον Λαρισαϊκό, ο οποίος ήταν μια από τις ομάδες που ενώθηκαν για να δημιουργηθεί η ΑΕΛάρισας.



Η συννεφιασμένη Κυριακή είναι ένα από τα τραγούδια που σφράγισαν την πορεία του Βασίλη Τσιτσάνη και έχει δημιουργήσει γύρω του έναν μύθο για τον πραγματικό στιχουργό της. Οι περισσότεροι μελετητές του έργου του έχουν εκφράσει πολλές αμφιβολίες για την πατρότητα των τραγουδιών που υπέγραφε, αφού συνήθιζε να αγοράζει στίχους ώστε να έχει το ελεύθερο της διαμόρφωσης τους και να υπάρχει μόνο το δικό του όνομα στο πίσω μέρος των δίσκων που κυκλοφορούσε. Στην αυτοβιογραφία του αναφέρει πως εμπνεύστηκε τους στίχους ένα χάραμα που είχε ανοίξει το μαγαζί που διατηρούσε στην Θεσσαλονίκη και είδε στο πεζοδρόμιο ένα νεκρό νεαρό από τα πυρά των κατακτητών.

Ο ερευνητής του ελληνικού τραγουδιού, Τάσος Σχορέλης στη «Ρεμπέτικη Ανθολογία» γράφει: «Η πιο βαριά μομφή που έχει αποδοθεί στον Τσιτσάνη είναι ότι οι στίχοι του πιο φημισμένου τραγουδιού του, «Συννεφιασμένη Κυριακή», δεν είναι δικοί του. Ο Τσιτσάνης βεβαιώνει πως τις μαύρες ημέρες της Κατοχής έγραψε τους στίχους και τη μελωδία, τότε που οι συνεργάτες των κατακτητών παράδιναν τους πατριώτες. Η αλήθεια απέχει πολύ, τους στίχους έγραψε το 1947 ο Αλέκος Γκούβερης κάποια Κυριακή που έχασε στη Λάρισα η ομάδα του. Ο Τσιτσάνης έκανε διόρθωση στον τρίτο στίχο του πρώτου τετράστιχου. Έλεγε «που είναι μελαγχολική» και την έκανε «που έχει πάντα συννεφιά». Η «εκκαθάριση» της ΑΕΠΙ και η ετικέτα του μεταγενέστερου δίσκου της «Φίλιπς» αποδεικνύουν ποια είναι η αλήθεια, αφού στην πρώτη έκδοση δεν αναφερόταν ο στιχουργός».

Η «Ρεμπέτικη Ανθολογία» κυκλοφόρησε το 1975, όταν ο Τσιτσάνης ζούσε, αλλά δεν απάντησε στις κατηγορίες. Σε συνέντευξη του στον Πάνο Γεραμάνη παραδέχθηκε ότι οι στίχοι έγιναν σε συνεργασία με τον φίλο του Αλέκο Γκούβερη από τη Λάρισα, όχι όμως ολοκληρωτικά.

Αρκετά χρόνια μετά το θάνατο του Βασίλη Τσιτσάνη, ο ερευνητής του έργου του, Κώστας Χατζηδούλης, δημοσιεύει στο περιοδικό «Ταχυδρόμος» το 2004 διάφορα χειρόγραφα ντοκουμέντα από το προσωπικό αρχείο του, ανάμεσα στα οποία είναι και μια ενυπόγραφη δήλωση του Αλέκου Γκούβερη.

«Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Αλέκος Γκουβέρης δηλώνω ότι συνέβαλα στην αποπεράτωσιν των στοίχων της «Συννεφιασμένης Κυριακής» του Βασίλη Τσιτσάνη δια της προσθήκης ενός και μόνο κουπλέ. Δια την άνω δευτερεύουσαν βοηθητική π<ροσφορά μου θέλω λάβω το 20% των επί των στίχων δικαιωμάτων του. Εν Αθήνας τη 17/9/1947, ο δηλών Αλέκος Γκούβερης».

Αρκετοί παρατηρητές της διαμάχης για την πατρότητα των στίχων δεν μπορούν να εξηγήσουν γιατί ο Βασίλης Τσιτσάνης δεν χρησιμοποίησε μια τέτοια επιστολή που είχε στα χέρια του από το 1947.

Το 2001 σε ένα άρθρο του στην εφημερίδα «Τα Νέα», ο Λευτέρης Παπαδόπουλος αναφέρει: «Η “Συννεφιασμένη Κυριακή” δεν είναι ατόφια δική του. Τους στίχους έγραψε ο Αλέκος Γκούβερης. Τα γνωρίζω κι εγώ από πρώτο χέρι. Ο Αλέκος Γκούβερης μου έχει δώσει μια συνέντευξη για το πώς έγραψε τους στίχους».

Μερικά χρόνια αργότερα, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος ανέφερε το γεγονός στον Βασίλη Τσιτσάνη, σε μια συνέντευξη που αναδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Δίφωνο» το 1998.

- «Πες μου, με το χέρι στην καρδιά, εσύ έγραψες τα λόγια για τη "Συννεφιασμένη Κυριακή" ή κάποιος άλλος;»
- «Αστειεύεσαι; Εγώ βέβαια! Και ξέρεις πώς το εμπνεύσθηκα; Ημουνα στη Θεσσαλονίκη. Είχε χιονίσει. Βγήκα να περπατήσω και είδα, πάνω στο χιόνι, αίματα από συμπλοκή ανάμεσα σε στρατιώτες και αντάρτες. Μαράθηκε η ψυχή μου. Ηταν Κυριακή».
- «Εμένα άλλα μου 'χει πει ο Αλέκος Γκούβερης. Εχω και κασέτα...».
- «Τι σου είπε;».
- «Πως αυτός έχει γράψει τους στίχους... Ηταν μια συννεφιασμένη Κυριακή στη Λάρισα κι αυτός πήγαινε για το γήπεδο. Στον δρόμο, εμπνεύσθηκε το τραγούδι. Και μετά το ματς, έκατσε και το έγραψε. Μου είπε μάλιστα ότι παίρνει και ποσοστά...».
- «Ας τα αφήσει αυτά. Ακου ο Γκούβερης! Γι' αυτό σου λέω ότι δεν είναι άνθρωποι»

Το βασικό επιχείρημα για αρκετά χρόνια ήταν πως ως ομάδα ανέφεραν την ΑΕΛ και δεν μπορούσαν φυσικά να συνδέσουν ένα τραγούδι που γράφτηκε το 1947 με μια ομάδα που δημιουργήθηκε από την συνένωση των σωματείων της Λάρισας το 1964.

Την απάντηση δίνουν σε μαρτυρία της στον Θωμά Μπαγιαντέρα, η γυναίκα και η αδερφή του στιχουργού. «Οι στίχοι είναι γραμμένοι από τον Αλέκο Γκούβερη στην πόλη της Λάρισας μια συννεφιασμένη Κυριακή στο μαγαζί «Ασπρα πουλιά» μετά τον ποδοσφαιρικό αγώνα της αγαπημένης του ομάδας, του Λαρισαϊκού. Η αδερφή του Γκούβερη μάλιστα είπε στην συνέντευξη πως η ίδια καθαρόγραψε τους στίχους και τους έστειλε κατόπιν ταχυδρομικώς ο αδερφός της Αλέκος Γκούβερης στον Βασίλη Τσιτσάνη, ο οποίος έκανε μόνο μια διόρθωση και έβαλε το Χριστέ και Παναγιά μου. Τίποτε παραπάνω».

πηγή: footballleaguenews.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου